la ilusión
Pronunciation
/ˌilusjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "ilusión"στα ισπανικά

La ilusión
[gender: feminine]
01

ελπίδα, ψευδαίσθηση

esperanza o deseo de que algo bueno pase
la ilusión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ilusiones
Παραδείγματα
La ilusión me hace seguir adelante.
Η ψευδαίσθηση με κάνει να συνεχίζω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store