Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mirar
01
κοιτάζω, παρατηρώ
dirigir la vista hacia algo o alguien para observarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
miro
γ΄ ενικό πρόσωπο
mira
ενεστώτα μετοχή
mirando
απλός αόριστος
miré
παθητική μετοχή
mirado
Παραδείγματα
Miré el documento con detenimiento.
Κοιτάζω το έγγραφο προσεκτικά.
1.1
κοιτάζω, παρατηρώ
fijar la vista o dirigir la atención visual
Intransitive
Παραδείγματα
Miré por la ventana y empezó a llover.
Κοιτάζω από το παράθυρο και άρχισε να βρέχει.
02
κοιτάζω
estar situado o dirigido hacia una dirección o punto específico
Παραδείγματα
El monumento mira hacia el norte.
Το μνημείο κοιτάζει προς το βορρά.



























