Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La minoría
01
μειονότητα
grupo de personas que representa una parte menor de la población o que tiene menos poder o influencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
minorías
Παραδείγματα
La minoría étnica lucha por sus derechos en el país.
Η εθνοτική μειονότητα αγωνίζεται για τα δικαιώματά της στη χώρα.



























