Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La talla
[gender: feminine]
01
μέγεθος
medida que indica el tamaño de una prenda de ropa, calzado u objeto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tallas
Παραδείγματα
Las tallas pueden variar según la marca.
Τα μεγέθη μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την μάρκα.



























