la talla
ta
ˈta
τα
lla
ʎa
λια
tablatoalla

Ορισμός και σημασία του "talla"στα ισπανικά

01

μέγεθος

medida que indica el tamaño de una prenda de ropa, calzado u objeto 
la talla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tallas
Παραδείγματα
¿Qué talla usas de camisa? 

Τι νούμερο πουκάμισο φοράς;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store