Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viento
01
άνεμος, αύρα
movimiento del aire producido por diferencias de presión atmosférica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El viento sopla fuerte hoy.
Ο άνεμος φυσάει δυνατά σήμερα.
02
σχοινί, σπάγγος
una cuerda o soga
Παραδείγματα
El viento se usaba para atar la carga.
Το σχοινί χρησιμοποιούνταν για τη δέσμευση του φορτίου.



























