el viento
vien
ˈbjen
byen
to
to
to
atentoeventocuentoasiento

Ορισμός και σημασία του "viento"στα ισπανικά

01

άνεμος, αύρα

movimiento del aire producido por diferencias de presión atmosférica 
el viento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El viento sopla fuerte hoy. 

Ο άνεμος φυσάει δυνατά σήμερα.

02

σχοινί, σπάγγος

una cuerda o soga 
el viento definition and meaning
Παραδείγματα
El viento se usaba para atar la carga. 

Το σχοινί χρησιμοποιούνταν για τη δέσμευση του φορτίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store