Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viejo
01
παλιός, γέρος
que tiene mucho tiempo de existencia o está desgastado por el uso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más viejo
συγκριτικός βαθμός
más viejo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
viejo
αρσενικό πληθυντικό
viejos
θηλυκό ενικό
vieja
θηλυκό πληθυντικό
viejas
Παραδείγματα
Este libro es viejo pero muy interesante.
Αυτό το βιβλίο είναι παλιό αλλά πολύ ενδιαφέρον.
02
γέρος
(persona) que tiene mucha edad o está en la etapa final de su vida
Παραδείγματα
Mi abuelo es viejo pero muy saludable.
Ο παππούς μου είναι γέρος αλλά πολύ υγιής.



























