Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viejo
01
παλιός, γέρος
que tiene mucho tiempo de existencia o está desgastado por el uso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más viejo
συγκριτικός βαθμός
más viejo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
viejo
αρσενικό πληθυντικό
viejos
θηλυκό ενικό
vieja
θηλυκό πληθυντικό
viejas
Παραδείγματα
Esta computadora es vieja y lenta.
Αυτός ο υπολογιστής είναι παλιός και αργός.
02
γέρος
(persona) que tiene mucha edad o está en la etapa final de su vida
Παραδείγματα
Es importante respetar a los viejos.
Είναι σημαντικό να σέβονται τους ηλικιωμένους.



























