vigente
Pronunciation
/bixˈɛnte/

Ορισμός και σημασία του "vigente"στα ισπανικά

01

ισχύων, έγκυρος

que está en vigor o tiene validez legal o oficial
vigente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigente
αρσενικό πληθυντικό
vigentes
θηλυκό ενικό
vigente
θηλυκό πληθυντικό
vigentes
Παραδείγματα
Los documentos vigentes fueron revisados por el notario.
Τα ισχύοντα έγγραφα ελέγχθηκαν από τον συμβολαιογράφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store