Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vigilar
[past form: vigilé][present form: vigilo]
01
παρακολουθώ, φυλάσσω
observar con atención para proteger o controlar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vigilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vigila
ενεστώτα μετοχή
vigilando
απλός αόριστος
vigilé
παθητική μετοχή
vigilado
Παραδείγματα
El vigilante vigila las cámaras de seguridad.
Παρακολουθώ σημαίνει να παρατηρώ προσεκτικά για προστασία ή έλεγχο.



























