Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viento
[gender: masculine]
01
άνεμος, αύρα
movimiento del aire producido por diferencias de presión atmosférica
Παραδείγματα
El viento trae nubes y lluvia.
Ο άνεμος φέρνει σύννεφα και βροχή.
02
σχοινί, σπάγγος
una cuerda o soga
Παραδείγματα
El viento se rompió durante la tormenta.
Το σχοινί σπάστηκε κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























