vigente
vi
bi
bi
gen
ˈxen
khen
te
te
te
vidente

Ορισμός και σημασία του "vigente"στα ισπανικά

01

ισχύων, έγκυρος

que está en vigor o tiene validez legal o oficial 
vigente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigente
αρσενικό πληθυντικό
vigentes
θηλυκό ενικό
vigente
θηλυκό πληθυντικό
vigentes
Παραδείγματα
El pasaporte es vigente hasta el próximo año. 

Το διαβατήριο είναι έγκυρο μέχρι του χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store