Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vigente
01
ισχύων, έγκυρος
que está en vigor o tiene validez legal o oficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigente
αρσενικό πληθυντικό
vigentes
θηλυκό ενικό
vigente
θηλυκό πληθυντικό
vigentes
Παραδείγματα
El pasaporte es vigente hasta el próximo año.
Το διαβατήριο είναι έγκυρο μέχρι του χρόνου.



























