Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vigor
01
δύναμη, ενέργεια
fuerza, energía y capacidad física o mental para realizar actividades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Recuperó el vigor después de la enfermedad.
Ανέκτησε τη σθένος του μετά την ασθένεια.



























