el vigor
Pronunciation
/biɣˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "vigor"στα ισπανικά

01

δύναμη, ενέργεια

fuerza, energía y capacidad física o mental para realizar actividades 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Recuperó el vigor después de la enfermedad. 

Ανέκτησε τη σθένος του μετά την ασθένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store