el compromiso
Pronunciation
/kˌɔmpɾomˈiso/

Ορισμός και σημασία του "compromiso"στα ισπανικά

01

αρραβώνας, δέσμευση

acuerdo entre dos personas para casarse
el compromiso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compromisos
Παραδείγματα
El compromiso implica una promesa de unión futura.
Ο αρραβώνας συνεπάγεται μια υπόσχεση μελλοντικής ένωσης.
02

υπόσχεση, δέσμευση

promesa o obligación de hacer algo
el compromiso definition and meaning
Παραδείγματα
Los compromisos sociales a veces son difíciles de cumplir.
Οι κοινωνικές δεσμεύσεις είναι μερικές φορές δύσκολο να τηρηθούν.
03

δύσκολη κατάσταση, αμήχανη κατάσταση

situación difícil o delicada que requiere atención o acción
el compromiso definition and meaning
Παραδείγματα
Afrontó el compromiso con mucha diplomacia.
Αντιμετώπισε το συμβιβασμό με πολλή διπλωματία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store