Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aburrido
01
βαρετός
que no entretiene ni interesa; que causa aburrimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más aburrido
συγκριτικός βαθμός
más aburrido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aburrido
αρσενικό πληθυντικό
aburridos
θηλυκό ενικό
aburrida
θηλυκό πληθυντικό
aburridas
Παραδείγματα
Este libro es muy aburrido.
Αυτό το βιβλίο είναι πολύ βαρετό.
02
βαρεμένος, που βαριέται
que siente aburrimiento o falta de interés en el momento
Παραδείγματα
Estoy aburrido en casa.
Βαριέμαι στο σπίτι.



























