Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verde
01
πράσινος
que tiene el color que resulta de la mezcla del azul y el amarillo, como las hojas y la hierba
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más verde
συγκριτικός βαθμός
más verde
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
verde
αρσενικό πληθυντικό
verdes
θηλυκό ενικό
verde
θηλυκό πληθυντικό
verdes
Παραδείγματα
Los peces nadaban en el agua verde del lago.
Τα ψάρια κολυμπούσαν στο πράσινο νερό της λίμνης.
02
άγουρος, πράσινος
que no está maduro, especialmente referido a frutas
Παραδείγματα
Prefiero el maíz cuando está verde y fresco.
Προτιμώ το καλαμπόκι όταν είναι πράσινο και φρέσκο.
03
άπειρος, αρχάριος
que tiene poca experiencia o es novato en una actividad o situación
Παραδείγματα
Está verde todavía, pero tiene potencial.
Είναι ακόμα άπειρος, αλλά έχει δυνατότητες.
04
οικολογικός, πράσινος
que apoya o defiende la protección del medio ambiente y la naturaleza
Παραδείγματα
El movimiento verde crece cada año en la ciudad.
Το πράσινο κίνημα μεγαλώνει κάθε χρόνο στην πόλη.
05
αισχρός, άσεμνος
que es indecente, obsceno o con contenido sexual explícito o insinuante
Παραδείγματα
No le gustan las canciones con letras verdes.
Δεν του αρέσουν τα τραγούδια με πράσινους στίχους.
El verde
01
πράσινο
color que se encuentra comúnmente en la naturaleza, especialmente en hojas, pasto y árboles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
verdes
Παραδείγματα
El verde puede tener diferentes tonos y matices.
Το πράσινο μπορεί να έχει διαφορετικές αποχρώσεις και χροιές.



























