verbalizar
Pronunciation
/bˌɛɾβaliθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "verbalizar"στα ισπανικά

verbalizar
01

λεκτικοποιώ, εκφράζω με λέξεις

expresar algo con palabras lo que antes era solo pensamiento o sentimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
verbalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbaliza
ενεστώτα μετοχή
verbalizando
απλός αόριστος
verbalizó
παθητική μετοχή
verbalizado
Παραδείγματα
Ella logró verbalizar sus ideas claramente.
Κατάφερε να εκφράσει τις ιδέες της καθαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store