Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbalizar
01
λεκτικοποιώ, εκφράζω με λέξεις
expresar algo con palabras lo que antes era solo pensamiento o sentimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
verbalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbaliza
ενεστώτα μετοχή
verbalizando
απλός αόριστος
verbalizó
παθητική μετοχή
verbalizado
Παραδείγματα
No pudo verbalizar lo que sentía.
Δεν μπόρεσε να εκφράσει με λέξεις αυτό που ένιωθε.



























