el erizo
e
e
ε
ri
ˈɾi
ρι
zo
θo
θο
mellizochorizorollizotrillizo

Ορισμός και σημασία του "erizo"στα ισπανικά

01

σκαντζόχοιρος

mamífero pequeño cubierto de púas que se enrolla para defenderse 
el erizo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
erizos
θηλυκό ενικό
eriza
Παραδείγματα
El erizo se enrolló cuando escuchó un ruido extraño. 

Ο σκαντζόχοιρος κουλουριάστηκε όταν άκουσε έναν περίεργο θόρυβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store