Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El zorro
01
αλεπού
mamífero carnívoro de hocico alargado y cola larga y poblada, conocido por su astucia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zorros
θηλυκό ενικό
zorra
Παραδείγματα
Vimos un zorro cruzando el camino.
Είδαμε μια αλεπού να διασχίζει το δρόμο.



























