el zoom
zoom
θum
thoom

Ορισμός και σημασία του "zoom"στα ισπανικά

01

ζουμ, εξαγωγή

acción o efecto de acercar o alejar la imagen en una cámara o pantalla 
el zoom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zooms
Παραδείγματα
El zoom de la cámara es muy potente. 

Το ζουμ της κάμερας είναι πολύ ισχυρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store