Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El zoom
01
ζουμ, εξαγωγή
acción o efecto de acercar o alejar la imagen en una cámara o pantalla
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zooms
Παραδείγματα
El zoom digital puede reducir la calidad de la imagen.
Ο ψηφιακός ζουμ μπορεί να μειώσει την ποιότητα της εικόνας.



























