el zoom
Pronunciation
/θˈoɔm/

Ορισμός και σημασία του "zoom"στα ισπανικά

01

ζουμ, εξαγωγή

acción o efecto de acercar o alejar la imagen en una cámara o pantalla
el zoom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zooms
Παραδείγματα
El zoom digital puede reducir la calidad de la imagen.
Ο ψηφιακός ζουμ μπορεί να μειώσει την ποιότητα της εικόνας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store