Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El zumbido
01
βουητό, βόμβος
sonido continuo y vibrante, como el que hacen insectos o aparatos eléctricos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zumbidos
Παραδείγματα
Escuché un zumbido en la habitación.
Άκουσα ένα βουητό στο δωμάτιο.



























