Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zumbar
01
βουίζω, βουίζω
producir un sonido continuo y vibrante, generalmente grave o medio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
zumbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
zumba
ενεστώτα μετοχή
zumbando
απλός αόριστος
zumbó
παθητική μετοχή
zumbado
Παραδείγματα
El ventilador zumbaba en la oficina.
Ο ανεμιστήρας βούιζε στο γραφείο.



























