el oso
o
ˈo
o
so
so
so
usohuso

Ορισμός και σημασία του "oso"στα ισπανικά

01

αρκούδα

animal grande, fuerte, con pelaje grueso, que vive en bosques y montañas 
el oso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
osos
θηλυκό ενικό
osa
Παραδείγματα
El oso come frutas y miel en el bosque. 

Η αρκούδα τρώει φρούτα και μέλι στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store