otorgar
Pronunciation
/ˌotɔɾɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "otorgar"στα ισπανικά

otorgar
[past form: otorgué][present form: otorgo]
01

χορηγώ

dar algo oficialmente o como un reconocimiento
otorgar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
otorgó
γ΄ ενικό πρόσωπο
otorga
ενεστώτα μετοχή
otorgando
απλός αόριστος
otorgué
παθητική μετοχή
otorgado
Παραδείγματα
Otorgaron el permiso para construir el edificio.
Χορηγούν την άδεια για την κατασκευή του κτιρίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store