Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
otorgar
[past form: otorgué][present form: otorgo]
01
χορηγώ
dar algo oficialmente o como un reconocimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
otorgó
γ΄ ενικό πρόσωπο
otorga
ενεστώτα μετοχή
otorgando
απλός αόριστος
otorgué
παθητική μετοχή
otorgado
Παραδείγματα
Otorgaron el permiso para construir el edificio.
Χορηγούν την άδεια για την κατασκευή του κτιρίου.



























