Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La otomana
01
οθωμανική πολυθρόνα, πουφ
un mueble tapizado, bajo y sin respaldo, que se usa como asiento, reposapiés o mesa baja
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
otomanas
Παραδείγματα
La otomana del salón sirve de reposapiés y asiento extra.
Η οθωμανική του καθιστικού χρησιμεύει ως υποπόδιο και επιπλέον κάθισμα.



























