Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jade
01
νέφριτης, πέτρα νεφρίτη
a semi-precious gemstone that takes a high polish and is green, consisting of jadeite or nephrite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jades
02
νέφριτης, πράσινο νέφριτης
a bright bluish-green color
03
γερασμένο άλογο, κουρασμένο άλογο
an old or over-worked horse
04
μοιχαλίδα, γυναίκα μοιχαλίδα
a woman adulterer
to jade
01
κουράζομαι, ξεθωριάζω
to become worn out, exhausted, or dull, losing freshness or vitality over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
jade
γ΄ ενικό πρόσωπο
jades
ενεστώτα μετοχή
jading
απλός αόριστος
jaded
παθητική μετοχή
jaded
Παραδείγματα
If she continues to work at this pace, she will inevitably jade and lose her passion for the job.
Αν συνεχίσει να εργάζεται με αυτόν τον ρυθμό, θα κουραστεί αναπόφευκτα και θα χάσει το πάθος της για τη δουλειά.
02
εξαντλώ, κουράζω
exhaust or get tired through overuse or great strain or stress
jade
01
νέφρινος, χρώματος νεφρίτη
of something having the color of jade; especially varying from bluish green to yellowish green
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jadest
συγκριτικός βαθμός
jader
διαβαθμίσιμο



























