ivory
i
ˈaɪ
αι
vo
βερ
ry
ri
ρι
/ˈa‍ɪvəɹˌi/

Ορισμός και σημασία του "ivory"στα αγγλικά

01

ελεφαντόδοντο, ελεφαντόδοντινη οδόντωση

a hard smooth ivory colored dentine that makes up most of the tusks of elephants and walruses
ivory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

ελεφαντόδοντο, χρώμα ελεφαντόδοντου

having a creamy and off-white color, resembling the hue of elephant ivory
ivory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ivory
συγκριτικός βαθμός
more ivory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist used ivory tones to highlight certain features in the portrait.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε αποχρώσεις ελεφαντόδοτου για να τονίσει ορισμένα χαρακτηριστικά στο πορτρέτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store