Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ivory
01
ελεφαντόδοντο, ελεφαντόδοντινη οδόντωση
a hard smooth ivory colored dentine that makes up most of the tusks of elephants and walruses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
ivory
01
ελεφαντόδοντο, χρώμα ελεφαντόδοντου
having a creamy and off-white color, resembling the hue of elephant ivory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ivory
συγκριτικός βαθμός
more ivory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist used ivory tones to highlight certain features in the portrait.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε αποχρώσεις ελεφαντόδοτου για να τονίσει ορισμένα χαρακτηριστικά στο πορτρέτο.



























