Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
itchy
01
φαγούρα, πρησμένος
causing an annoying feeling on the skin that makes a person want to scratch it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
itchiest
συγκριτικός βαθμός
itchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mosquito bites left itchy red spots.
Τα τσιμπήματα των κουνουπιών άφησαν φαγούρα κόκκινες κηλίδες.
02
φαγούρα, που προκαλεί φαγούρα
experiencing an uncomfortable sensation on the skin makes one want to rub or scratch it
Παραδείγματα
His arms were itchy after playing in the grass.
Τα χέρια του έφεραν φαγούρα μετά το παίξιμο στο γρασίδι.
03
νευρικός, ανήσυχος
nervous and unable to relax
Λεξικό Δέντρο
itchiness
itchy
itch



























