isothermal
i
ˌaɪ
ai
so
səʊ
sew
ther
ˈθɜ:
thē
mal
məl
mēl
mesodermalnonthermalhypodermalgeothermal

Ορισμός και σημασία του "isothermal"στα αγγλικά

isothermal
01

ισόθερμος, σε σταθερή θερμοκρασία

relating to or occurring at a constant temperature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The laboratory equipment was set to perform the experiment under isothermal circumstances to avoid any temperature fluctuations. 

Ο εργαστηριακός εξοπλισμός ρυθμίστηκε για να πραγματοποιήσει το πείραμα υπό ισόθερμες συνθήκες για να αποφευχθούν οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας.

Λεξικό Δέντρο

isothermal
isotherm
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store