isometric
i
ˌaɪ
αι
so
səʊ
σεου
met
ˈmɛt
μετ
ric
rɪk
ρικ
isomeric

Ορισμός και σημασία του "isometric"στα αγγλικά

01

ισομετρικός

a line connecting isometric points 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
isometrics
01

ισομετρικός, σχετικός με την ισομετρική συστολή

of or involving muscular contraction in which tension increases while length remains constant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physiology, exercise, muscles
02

ισομετρικός, σχετικός με μια ισομετρία

related by an isometry 
03

ισομετρικός

of a crystal system characterized by three equal axes at right angles 
04

ισομετρικός

having the same length, height, and width 
Παραδείγματα
The isometric drawing accurately represented the dimensions of the object in three-dimensional space. 

Το ισομετρικό σχέδιο αντιπροσώπευε με ακρίβεια τις διαστάσεις του αντικειμένου στον τρισδιάστατο χώρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

isometrical
isometric
isometr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store