isomer
i
ˈaɪ
ai
so
mer

Ορισμός και σημασία του "isomer"στα αγγλικά

01

ισομερές, ισομερές ένωμα

any of two or more compounds having the same molecular formula but different arrangements of atoms and, consequently, different properties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
isomers
Παραδείγματα
Propanol and isopropanol are isomers, sharing the same molecular formula but differing in the arrangement of their atoms. 

Το προπανόλη και η ισοπροπανόλη είναι ισομερή, έχουν τον ίδιο μοριακό τύπο αλλά διαφέρουν στη διάταξη των ατόμων τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

isomeric
isomerism
isomerize
isomer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store