isolationist
i
ˌaɪ
ai
so
la
ˈleɪ
lei
tio
ʃə
shē
nist
nəst
nēst
/ˌa‍ɪsəlˈe‍ɪʃənˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "isolationist"στα αγγλικά

isolationist
01

απομονωτικός, αποκλειστικός

favoring a policy of avoiding involvement in other countries' affairs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debate centered on whether isolationist measures would protect national interests.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο εάν τα μέτρα απομονωτισμού θα προστατεύσουν τα εθνικά συμφέροντα.
01

απομονωτιστής, υποστηρικτής του απομονωτισμού

an advocate of isolationism in international affairs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
isolationists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store