irritant
i
ˈɪ
i
rri
ri
tant
tənt
tēnt

Ορισμός και σημασία του "irritant"στα αγγλικά

01

ερεθιστικός, πηγή ενόχλησης

an agent or factor that provokes irritation and annoyance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
irritants
Παραδείγματα
The constant noise from the construction site was a major irritant. 

Ο συνεχής θόρυβος από το εργοτάξιο ήταν ένα σημαντικό ερεθιστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store