Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irreversible
01
μη αναστρέψιμος, αμετάκλητος
unable to be undone, changed, or corrected once something has occurred
Παραδείγματα
The irreversible consequences of climate change are becoming increasingly apparent.
Οι μη αναστρέψιμες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής γίνονται όλο και πιο εμφανείς.
Λεξικό Δέντρο
irreversible
reversible
revers
vers



























