Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irreversible
01
μη αναστρέψιμος, αμετάκλητος
unable to be undone, changed, or corrected once something has occurred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irreversible
συγκριτικός βαθμός
more irreversible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
change, consequences, state
Παραδείγματα
Smoking can cause irreversible damage to the lungs over many years.
Το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμες βλάβες στους πνεύμονες εδώ και πολλά χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irreversible
reversible
revers
vers



























