irreverent
ir
ɪr
ir
re
re
ve
rent
rənt
rēnt
reverent

Ορισμός και σημασία του "irreverent"στα αγγλικά

irreverent
01

ασεβής, ασέβεια

not showing proper respect for things that are usually treated seriously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irreverent
συγκριτικός βαθμός
more irreverent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian's irreverent jokes about religion offended some audience members. 

Τα ασεβή αστεία του κωμικού για τη θρησκεία προσέβαλαν μερικά μέλη του κοινού.

02

ασεβής

not revering god 
03

ασεβής, αναιδής

characterized by a lightly pert and exuberant quality 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store