irresolute
ir
ɪr
ir
re
re
so
lute
lu:t
loot

Ορισμός και σημασία του "irresolute"στα αγγλικά

irresolute
01

αποφασιστικός, διστακτικός

hesitant and uncertain about what to do 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irresolute
συγκριτικός βαθμός
more irresolute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Faced with multiple options, she felt irresolute and couldn't make a decision. 

Αντιμέτωπη με πολλές επιλογές, αισθάνθηκε αποφασιστική και δεν μπορούσε να πάρει μια απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store