Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresolute
01
αποφασιστικός, διστακτικός
hesitant and uncertain about what to do
Παραδείγματα
The student's irresolute approach to his studies led to poor academic performance.
Η αποφασιστική προσέγγιση του μαθητή στις σπουδές του οδήγησε σε κακή ακαδημαϊκή επίδοση.
Λεξικό Δέντρο
irresolute
resolute



























