ironworker
iron
ˈaɪən
aien
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "ironworker"στα αγγλικά

01

σιδηρουργός, μεταλλουργός

a tradesperson who installs and constructs iron or steel structures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ironworkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ironworker

iron

+

worker

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store