Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to iron out
[phrase form: iron]
01
επιλύω, διευθετώ
to resolve problems or disagreements through discussion or effort to reach a solution or agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
iron
ενεστώτας
iron out
γ΄ ενικό πρόσωπο
irons out
ενεστώτα μετοχή
ironing out
απλός αόριστος
ironed out
παθητική μετοχή
ironed out
Παραδείγματα
The team needs to iron the issues out before they can proceed with the project.
Η ομάδα πρέπει να επιλύσει τα προβλήματα πριν μπορέσει να προχωρήσει με το έργο.
02
σιδερώνω, αφαιρώ τις ρυτίδες
to remove creases or wrinkles from clothing or fabric by using an iron
Παραδείγματα
She spends time each week to iron out all the family's laundry.
Ξοδεύει χρόνο κάθε εβδομάδα για να σιδερώσει όλα τα ρούχα της οικογένειας.



























