Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to iron out
01
επιλύω, διευθετώ
to resolve problems or disagreements through discussion or effort to reach a solution or agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
iron
ενεστώτας
iron out
γ΄ ενικό πρόσωπο
irons out
ενεστώτα μετοχή
ironing out
απλός αόριστος
ironed out
παθητική μετοχή
ironed out
Παραδείγματα
The team needed to have a meeting to iron out the details of the project.
Η ομάδα χρειαζόταν να έχει μια συνάντηση για να ξεπεράσει τις λεπτομέρειες του έργου.
02
σιδερώνω, αφαιρώ τις ρυτίδες
to remove creases or wrinkles from clothing or fabric by using an iron
Παραδείγματα
Please iron the wrinkles out of your shirt before the event.
Παρακαλώ σιδερώστε τις ρυτίδες από το πουκάμισό σας πριν από την εκδήλωση.



























