irascibility
i
ɪ
ι
rasc
ˌræs
ραισ
i
ɪ
ι
bi
ˈbɪ
μπι
li
λα
ty
ti
τι
spinnabilitydivisibilityvenerabilityexcitability

Ορισμός και σημασία του "irascibility"στα αγγλικά

01

οξυθυμία, ευερεθιστότητα

the quality of being short-tempered 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His irascibility made it difficult for his coworkers to approach him. 

Η οξυθυμία του έκανε δύσκολο για τους συναδέλφους του να τον πλησιάσουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

irascibility
irascible
irasc
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store