ion
ion
aɪən
aien
try-on

Ορισμός και σημασία του "ion"στα αγγλικά

01

ιόν, φορτισμένο σωματίδιο

a particle with a net electric charge due to loss or gain of one or more electrons 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ions
Παραδείγματα
Sodium ions (Na⁺) and chloride ions (Cl⁻) combine to form table salt. 

Τα ιόντα νατρίου (Na⁺) και τα ιόντα χλωριούχου (Cl⁻) συνδυάζονται για να σχηματίσουν αλάτι τραπέζης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inion
ionic
ionize
ion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store