iota
Pronunciation
/ˌaɪˈoʊtə/

Ορισμός και σημασία του "iota"στα αγγλικά

01

ιώτα, στοιχειώδες ποσό

a tiny or negligible amount, emphasizing its minimal significance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
iotas
Παραδείγματα
The new policy brought not one iota of improvement to the workplace, much to the dismay of the employees.
Η νέα πολιτική δεν έφερε ούτε μια ιώτα βελτίωσης στον χώρο εργασίας, προς μεγάλη απογοήτευση των υπαλλήλων.
02

ιώτα, το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου

the 9th letter of the Greek alphabet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store