Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iota
01
ιώτα, στοιχειώδες ποσό
a tiny or negligible amount, emphasizing its minimal significance
Παραδείγματα
The new policy brought not one iota of improvement to the workplace, much to the dismay of the employees.
Η νέα πολιτική δεν έφερε ούτε μια ιώτα βελτίωσης στον χώρο εργασίας, προς μεγάλη απογοήτευση των υπαλλήλων.
02
ιώτα, το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
the 9th letter of the Greek alphabet



























