Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iota
01
ιώτα, στοιχειώδες ποσό
a tiny or negligible amount, emphasizing its minimal significance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
iotas
Παραδείγματα
Despite searching for hours, I couldn't find a single iota of evidence to support his claim.
Παρά την αναζήτηση για ώρες, δεν μπόρεσα να βρω ούτε μια ιώτα απόδειξη που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του.
02
ιώτα, το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
the 9th letter of the Greek alphabet



























