invulnerable
in
ɪn
in
vul
ˈvʌl
val
ne
rable
rəbl
rēbl

Ορισμός και σημασία του "invulnerable"στα αγγλικά

invulnerable
01

άτρωτος, απρόσβλητος

protected from getting harmed or attacked 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invulnerable
συγκριτικός βαθμός
more invulnerable
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

invulnerable
vulnerable
vulner
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store