Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invulnerable
01
άτρωτος, απρόσβλητος
protected from getting harmed or attacked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invulnerable
συγκριτικός βαθμός
more invulnerable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
invulnerable
vulnerable
vulner



























