Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Invoice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invoices
Παραδείγματα
The vendor sent an invoice to the client for the goods delivered.
Ο πωλητής έστειλε ένα τιμολόγιο στον πελάτη για τα παραδοθέντα αγαθά.
to invoice
01
εκδίδω τιμολόγιο, στέλνω τιμολόγιο
to send someone a bill for goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
invoice
γ΄ ενικό πρόσωπο
invoices
ενεστώτα μετοχή
invoicing
απλός αόριστος
invoiced
παθητική μετοχή
invoiced
Παραδείγματα
He had invoiced the customer before starting the next order.
Είχε εκδώσει τιμολόγιο στον πελάτη πριν ξεκινήσει την επόμενη παραγγελία.



























