invoice
Pronunciation
/ˈɪnvɔɪs/

Ορισμός και σημασία του "invoice"στα αγγλικά

01

τιμολόγιο, παραστατικό

a list of goods or services received and their total cost
invoice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invoices
Παραδείγματα
He reviewed the invoice for discrepancies before approving it for payment.
Επιθεώρησε το τιμολόγιο για αποκλίσεις πριν το εγκρίνει για πληρωμή.
to invoice
01

εκδίδω τιμολόγιο, στέλνω τιμολόγιο

to send someone a bill for goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
invoice
γ΄ ενικό πρόσωπο
invoices
ενεστώτα μετοχή
invoicing
απλός αόριστος
invoiced
παθητική μετοχή
invoiced
Παραδείγματα
We were invoicing all the clients before closing the accounts.
Εκδίδουμε τιμολόγια σε όλους τους πελάτες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store