Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invisibly
01
αόρατα, με αόρατο τρόπο
in a way that cannot be seen or perceived
Παραδείγματα
The illness progressed invisibly for years before any symptoms appeared.
Η ασθένεια προχώρησε αόρατα για χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα.
Λεξικό Δέντρο
invisibly
visibly
visible
vision



























