invisibly
Pronunciation
/ɪnvˈɪzəbli/

Ορισμός και σημασία του "invisibly"στα αγγλικά

01

αόρατα, με αόρατο τρόπο

in a way that cannot be seen or perceived
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The illness progressed invisibly for years before any symptoms appeared.
Η ασθένεια προχώρησε αόρατα για χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα.

Λεξικό Δέντρο

invisibly
visibly
visible
vision
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store