Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inviolable
01
απαράβατος, ιερός
unable to be broken or dishonored, often due to its importance or protection by law or custom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nation's constitution is considered an inviolable document, safeguarding the rights of its citizens.
Το σύνταγμα του έθνους θεωρείται απαράβατο έγγραφο, που προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών του.
02
απαράβατος, ιερός
demanding great respect in a way that cannot be ignored or degraded
Παραδείγματα
The basic rights of individuals are considered inviolable by the organization’s charter.
Τα βασικά δικαιώματα των ατόμων θεωρούνται απαράβατα από το καταστατικό του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
inviolable
violable



























