invincible
in
ɪn
in
vin
ˈvɪn
vin
ci
si
ble
bəl
bēl
invisible

Ορισμός και σημασία του "invincible"στα αγγλικά

invincible
01

ανίκητος, αήττητος

incapable of being defeated 
invincible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invincible
συγκριτικός βαθμός
more invincible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt invincible after winning the championship for the third consecutive year. 

Ένιωθε ανίκητος αφού κέρδισε το πρωτάθλημα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Λεξικό Δέντρο

invincibility
invincibly
invincible
vincible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store