Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invigorated
01
ενδυναμωμένος, ζωντανευμένος
filled with renewed energy, vitality, and a sense of liveliness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invigorated
συγκριτικός βαθμός
more invigorated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invigorated spirit of the community event brought neighbors together in celebration and unity.
Το αναζωογονημένο πνεύμα της κοινωνικής εκδήλωσης έφερε τους γείτονες μαζί σε γιορτή και ενότητα.
Λεξικό Δέντρο
reinvigorated
invigorated
invigorate
invigor



























