invigilation
in
ɪn
in
vi
ˌvɪ
vi
gi
ʤɪ
ji
la
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn
invigoration

Ορισμός και σημασία του "invigilation"στα αγγλικά

01

επίβλεψη, εποπτεία εξετάσεων

the supervision of examinations to ensure fairness and compliance with rules 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The invigilation team carefully monitored the examination hall to prevent cheating and maintain exam integrity. 

Η ομάδα εποπτείας παρακολούθησε προσεκτικά την αίθουσα εξετάσεων για να αποτρέψει την απάτη και να διατηρήσει την ακεραιότητα των εξετάσεων.

Λεξικό Δέντρο

invigilation
invigilate
invigil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store