invidious
Pronunciation
/ˌɪnˈvɪdiəs/

Ορισμός και σημασία του "invidious"στα αγγλικά

01

άδικος, προσβλητικός

causing offense or unhappiness due to being prejudice or unjust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invidious
συγκριτικός βαθμός
more invidious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager 's invidious favoritism was noticeable to everyone in the office.
Η άδικη εύνοια του διευθυντή ήταν αισθητή σε όλους στο γραφείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store